Φρίντριχ Νίτσε, ο φιλόσοφος του χτες και του σήμερα

Φρίντριχ Νίτσε, ο φιλόσοφος του χτες και του σήμεραΟ Friedrich Nietzsche γεννήθηκε στη Γερμανία το 1844, υπέστη νευρική κατάρρευση το 1889 και πέθανε το 1990. Θεωρείται ο μεγαλύτερος φιλόσοφος του 20ού αιώνα. Εκείνο που τον ξεχώρισε από τους άλλους φιλοσόφους τότε και σήμερα είναι ότι αναγνώρισε με απόλυτη καθαρότητα και ενόραση το πρόβλημα του σύγχρονου κόσμου, το πρόβλημα των αξιών. Αυτό είναι το ζήτημα που προσπάθησε να επιλύσει με το φιλοσοφικό του έργο. Ασχέτως αν τελικά το κατάφερε, σίγουρα ξεσκέπασε βαθιά ζητήματα που ακόμα και σήμερα είναι άλυτα παρά τις έντονες προσπάθειες του σύγχρονου ανθρώπου.

Η ρήση για την οποία είναι διαβόητος ο Νίτσε είναι η φράση “ο Θεός πέθανε”, που διατύπωσε πρώτη φορά το 1872 (The Gay Science) και για την εποχή της ήταν εντυπωσιακή προφητική. Στόχος του ισχυρισμού του αυτού δεν ήταν τόσο η επιβεβαίωση του αθεϊσμού, αλλά η δήλωση πως η δυτική κουλτούρα δεν τοποθετεί πια το Θεό στο επίκεντρο των πραγμάτων, που αποτελεί κατά κάποιο τρόπο μια φιλοσοφική παρατήρηση. Με την κατάρρευση του Θεού κατέρρευσαν ουσιαστικά και τα υποστυλώματα του δυτικού συστήματος αξιών, αποκαλύπτοντας μια άβυσσο. Με την απώλεια λοιπόν των παραδοσιακών αξιών που ήταν συνυφασμένες με τη θρησκεία ο άνθρωπος βρέθηκε μετέωρος. Οι χριστιανοί ήταν εκείνοι που υποστήριζαν ότι αν δεν υπάρχει Θεός, τότε δεν υπάρχουν ούτε αντικειμενικές ηθικές αξίες. Οι κοσμικοί ανθρωπιστές από την πλευρά τους αποκρίνονταν ότι η ύπαρξη του Θεού δεν έχει καμία απολύτως σχέση με την εγκυρότητα των ηθικών κρίσεων που κάνουμε. Αντίθετα, για τον Νίτσε οι αξίες έχουν ισχύ κι από αυτήν απορρέουν κιόλας, αφού το μεγαλείο τους έγκειται ακριβώς στο γεγονός ότι μπορούν να μας παρακινούν. Γι’ αυτό δεν πρέπει να θεωρούμε κριτήριο για την ισχύ που δημιουργεί τις αξίες τη χειραγώγηση του λαϊκού αισθήματος από τα μέσα, αφού η απόπειρα να συσχετίσουμε τις αξίες με τις λαϊκές προτιμήσεις αποτελεί στην ουσία απόπειρα να διατηρήσουμε την αντικειμενικότητα των αξιών. Αν όμως η ηθική αντικειμενικότητα βρίσκεται στο τέλος της, πρέπει να αναζητήσουμε μια νέα, αυστηρά ατομική πηγή αξιών.

Ο Νίτσε πίστευε ότι στην αρχαιότητα οι αξίες ανήκαν στους λαούς που τις δημιουργούσαν. Έτσι, στην αρχαιότητα η ισχύς μέσω της οποίας αυτοπροσδιοριζόταν ένας λαός ήταν εκείνη που δημιουργούσε τις αξίες του. Ύστερα ακολούθησε η εκφυλιστική πολυπλοκότητα του Χριστιανισμού, στον οποίο η αδυναμία και όχι η ισχύ ήταν εκείνη που χρησιμοποιούνταν για τον καθορισμό των αξιών. Στην πραγματικότητα η χριστιανική ιερατική τάξη ασκεί τη δική της επιθυμία για εξουσία θριαμβεύοντας επί των παγανιστικών λαών. Κατά τη διαδικασία αυτή η ενστικτώδης περηφάνια του ανθρώπου έχει εξευτελιστεί μέσω της πειθαρχίας στη φτώχεια, την ταπείνωση της σάρκας και την ενοχή για την αμαρτία. Είναι μια ηθικότητα η οποία απηχεί το μήνυμα ενός Θεού ο οποίος υποφέρει πάνω στο σταυρό. Το ρητό μήνυμα εδώ είναι ότι οι αξίες δεν ενσαρκώνονται σε εγκόσμιους αγίους. Η αλήθεια όμως είναι ότι η εξουσία των ιερέων έχει γίνει συνειδητή μέσω της νίκης τους επί αντιμαχόμενων πίστεων μέσω της μάστιγας της χριστιανικής αυταπάρνησης – που για τον Νίτσε αποτελεί άρνηση της ζωής.

Με το θάνατο του Θεού κατέρρευσε αυτό το σύστημα αξιών του χριστιανισμού και ο σύγχρονος άνθρωπος δεν είχε πια σταθερή μοναδική πίστη για να το αντικαταστήσει. Το συνονθύλευμα των πίστεων που είναι σήμερα διαθέσιμες στην Ευρώπη απεικονίζει άριστα την πρόβλεψη του Νίτσε: αξίες ανάμικτες, σαν καταναλωτικά είδη. Πώς θα καταφέρει ο σύγχρονος άνθρωπος να δημιουργήσει ένα νέο σύστημα αξιών, που τόσο έχει ανάγκη; Αυτό ήταν το δίλημμα του φιλοσόφου τότε, και αποτελεί ακόμα σήμερα το δίλημμα της ανθρωπότητας.

Ο Νίτσε έκανε μια πραγματικά ηρωική προσπάθεια να δώσει λύση στο πρόβλημα με τον Υπεράνθρωπό του, ο οποίος είναι ο ανώτερος άνθρωπος, ο οποίος έχει απόλυτη πίστη στη δύναμή του και μέσω της ισχυρής επιβεβαίωσης της ατομικότητάς του μπορούν να δημιουργηθούν ξανά αξίες – για πρώτη φορά μέσω ατομικής δράσης. Η οικειοποίηση του Υπερανθρώπου από τους Ναζί ως σύλληψη που θα οδηγούσε στην άρια φυλή εξόργισε τους οπαδούς του φιλοσόφου, αφού ο Νίτσε είχε εκφράσει την περιφρόνησή του για τον αντισημιτισμό και τους προπαγανδιστές της φυλετικής ανωτερότητας των Γερμανών.